αβάσιμος
•
- λόγιοπου δε στηρίζεται σε εξακριβωμένα στοιχεία, που δεν έχει έρεισμα Βικιλεξικό
- δεν σε πιστεύω, οι υποψίες σου είναι αβάσιμες
Ετυμολογία
αβάσιμος < α- + βάσιμος, μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική unbegründet
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβάσιμος | αβάσιμη | αβάσιμο |
| Γενική | αβάσιμου | αβάσιμης | αβάσιμου |
| Αιτιατική | αβάσιμο | αβάσιμη | αβάσιμο |
| Κλητική | αβάσιμε | αβάσιμη | αβάσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβάσιμοι | αβάσιμες | αβάσιμα |
| Γενική | αβάσιμων | αβάσιμων | αβάσιμων |
| Αιτιατική | αβάσιμους | αβάσιμες | αβάσιμα |
| Κλητική | αβάσιμοι | αβάσιμες | αβάσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →