Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβάσιμος

/aˈva.si.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δε στηρίζεται σε εξακριβωμένα στοιχεία, που δεν έχει έρεισμα Βικιλεξικό
    • δεν σε πιστεύω, οι υποψίες σου είναι αβάσιμες

Ετυμολογία

αβάσιμος < α- + βάσιμος, μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική unbegründet

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάσιμοςαβάσιμηαβάσιμο
Γενικήαβάσιμουαβάσιμηςαβάσιμου
Αιτιατικήαβάσιμοαβάσιμηαβάσιμο
Κλητικήαβάσιμεαβάσιμηαβάσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάσιμοιαβάσιμεςαβάσιμα
Γενικήαβάσιμωναβάσιμωναβάσιμων
Αιτιατικήαβάσιμουςαβάσιμεςαβάσιμα
Κλητικήαβάσιμοιαβάσιμεςαβάσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →