αδημονώ
•
- λόγιοανυπομονώ, περιμένω με αγωνία Βικιλεξικό
- Ο κόσμος ήταν περισσότερος από ποτέ. Απίστευτα πολύς —τόσο για εκείνους που είχαν ξαναβρεθεί σε πορεία όσο και για κείνους που πρώτη φορά συμμετείχαν. Ξεχείλιζε από παντού το ποδηλατομάνι στο Πεδίον του Άρεως και αδημονούσε να ξεχυθεί στους δρόμους. (εφ. Ελευθεροτυπία, 10.05.2010)
Ετυμολογία
αδημονώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀδημονῶ, (ἀδημονέω) < ἀδήμων
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αδημονώ | αδημονάς | αδημονά | αδημονούμε | αδημονάτε | αδημονούν |
| Παρατατικός | αδημονούσα | αδημονούσες | αδημονούσε | αδημονούσαμε | αδημονούσατε | αδημονούσαν |
| Μέλλοντας | θα αδημονώ | θα αδημονάς | θα αδημονά | θα αδημονούμε | θα αδημονάτε | θα αδημονούν |
| Υποτακτική | να αδημονώ | να αδημονάς | να αδημονά | να αδημονούμε | να αδημονάτε | να αδημονούν |
| Προστακτική | — | — | — | — | αδημονάτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →