αινιγματίας
•
- αυτός που είναι συστηματικά ασαφής, αινιγματώδης, δηλαδή που εκφράζεται συχνά με αινίγματα ή αινιγματικές φράσεις είτε για να αποφεύγει να λέει κυριολεκτικά και άμεσα αυτό που εννοεί, είτε για να προκαλεί σκόπιμα στους άλλους αμηχανία είτε και για να τους διασκεδάζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αινιγματίας < αίνιγμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αινιγματίας | αινιγματίες |
| Γενική | αινιγματία | αινιγματιών |
| Αιτιατική | αινιγματία | αινιγματίες |
| Κλητική | αινιγματία | αινιγματίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →