Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αινιγματικός

/e.niɣ.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με ένα αίνιγμα Βικιλεξικό
  2. μυστηριώδης, εκείνος που επίτηδες γίνεται δυσνόητος,ο ασαφής, εκείνος που δημιουργεί ερωτηματικά, αυτό που δεν εξηγείται μόνο με ένα τρόπο Βικιλεξικό
    • Σήμερα είσαι πολύ «αινιγματικός», όλο με διφορούμενα μιλάς
    • Ο Κώστας είναι «αινιγματική» φυσιογνωμία (κανείς δεν ξέρει πολλά γι' αυτόν)
    • Το «αινιγματικό χαμόγελο της Τζιοκόντα» και «Η σιωπή σου είναι αινιγματική» (κάτι που ερμηνεύεται με πολλους και ποικίλους τρόπους)

Ετυμολογία

αινιγματικός < αρχαία ελληνική αἰνιγματικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαινιγματικόςαινιγματικήαινιγματικό
Γενικήαινιγματικούαινιγματικήςαινιγματικού
Αιτιατικήαινιγματικόαινιγματικήαινιγματικό
Κλητικήαινιγματικέαινιγματικήαινιγματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαινιγματικοίαινιγματικέςαινιγματικά
Γενικήαινιγματικώναινιγματικώναινιγματικών
Αιτιατικήαινιγματικούςαινιγματικέςαινιγματικά
Κλητικήαινιγματικοίαινιγματικέςαινιγματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →