αινιγματικός
•
- σχετικός με ένα αίνιγμα Βικιλεξικό
- μυστηριώδης, εκείνος που επίτηδες γίνεται δυσνόητος,ο ασαφής, εκείνος που δημιουργεί ερωτηματικά, αυτό που δεν εξηγείται μόνο με ένα τρόπο Βικιλεξικό
- Σήμερα είσαι πολύ «αινιγματικός», όλο με διφορούμενα μιλάς
- Ο Κώστας είναι «αινιγματική» φυσιογνωμία (κανείς δεν ξέρει πολλά γι' αυτόν)
- Το «αινιγματικό χαμόγελο της Τζιοκόντα» και «Η σιωπή σου είναι αινιγματική» (κάτι που ερμηνεύεται με πολλους και ποικίλους τρόπους)
Ετυμολογία
αινιγματικός < αρχαία ελληνική αἰνιγματικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αινιγματικός | αινιγματική | αινιγματικό |
| Γενική | αινιγματικού | αινιγματικής | αινιγματικού |
| Αιτιατική | αινιγματικό | αινιγματική | αινιγματικό |
| Κλητική | αινιγματικέ | αινιγματική | αινιγματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αινιγματικοί | αινιγματικές | αινιγματικά |
| Γενική | αινιγματικών | αινιγματικών | αινιγματικών |
| Αιτιατική | αινιγματικούς | αινιγματικές | αινιγματικά |
| Κλητική | αινιγματικοί | αινιγματικές | αινιγματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →