Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αἰσθητός

/e.sθiˈtos/επίθετο
•
  1. πολυτονική γραφή του αισθητός Βικιλεξικό
  2. καθαρεύουσααισθητός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αἰσθητός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αἰσθητός < αρχαία ελληνική αἰσθητός : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: αισθητός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αισθητός

/e.sθiˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται αντιληπτός με τις αισθήσεις Βικιλεξικό
    • ο σεισμός έγινε αισθητός σε όλη τη νοτιοδυτική χώρα
  2. σημαντικός, αξιοσημείωτος Βικιλεξικό
    • δεν υπάρχει αισθητή διαφορά
  3. έντονος, που προκαλεί αίσθηση Βικιλεξικό
    • η απουσία της ήταν αισθητή

Ετυμολογία

αισθητός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰσθητός < αἰσθάνομαι : σημασία «αντιλητπός» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική perceptible

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαισθητόςαισθητή / αισθητηαισθητο / αισθητό
Γενικήαισθητούαισθητήςαισθητού
Αιτιατικήαισθητόαισθητήαισθητό
Κλητικήαισθητέαισθητήαισθητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαισθητοίαισθητέςαισθητά
Γενικήαισθητώναισθητώναισθητών
Αιτιατικήαισθητούςαισθητέςαισθητά
Κλητικήαισθητοίαισθητέςαισθητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →