ακόντιο
•
- όπλο που αποτελείται από μακρύ ξύλινο κοντάρι, με μεταλλική συνήθως αιχμή, και εκτοξεύεται με το χέρι και χρησιμοποιούνταν στο κυνήγι ή στον πόλεμο (οπότε λεγόταν δόρυ) Βικιλεξικό
- αθλητισμόςξύλινο κοντάρι που χρησιμοποιείται στον ακοντισμό Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάο ακοντισμός Βικιλεξικό
- ξύλινο κοντάρι μικρού μεγέθους το οποίο χρησιμοποιείται ως όργανο για τοπογραφικές μετρήσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ακόντιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀκόντιον : (τοπογραφικό όργανο) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική piquet
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ακόντιο | ακόντια |
| Γενική | ακοντίου / ακόντιου | ακοντίων / ακόντιων |
| Αιτιατική | ακόντιο | ακόντια |
| Κλητική | ακόντιο | ακόντια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →