Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμελής

/a.meˈlis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν πληροί τα καθήκοντά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμελής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀμελής < ἀ- στερητικό + μέλω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμελήςαμελήςαμελές
Γενικήαμελούςαμελούςαμελούς
Αιτιατικήαμελήαμελήαμελές
Κλητικήαμελή / αμελήςαμελήςαμελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμελείςαμελείςαμελή
Γενικήαμελώναμελώναμελών
Αιτιατικήαμελείςαμελείςαμελή
Κλητικήαμελείςαμελείςαμελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →