Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμελητέος

/a.me.liˈte.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. τόσο λίγος ή ασήμαντος, που δεν του αξίζει προσοχή Βικιλεξικό
    • Ένα μικρό, αλλά όχι αμελητέο ποσοστό των ανθρώπων που αυτοτραυματίζονται έχει και αυτοκτονικές τάσεις, καθώς βλέπει τον αυτοτραυματισμό ως μια πρόβα μέχρι να γλιτώσει μια και καλή από τη βασανιστική ζωή.

Ετυμολογία

αμελητέος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμελητέος (αυτός που πρέπει να αμεληθεί), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική négligeable. Μορφολογικά αναλύεται σε α- + μελητ- + -τέος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμελητέοςαμελητέααμελητέο
Γενικήαμελητέουαμελητέαςαμελητέου
Αιτιατικήαμελητέοαμελητέααμελητέο
Κλητικήαμελητέεαμελητέααμελητέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμελητέοιαμελητέεςαμελητέα
Γενικήαμελητέωναμελητέωναμελητέων
Αιτιατικήαμελητέουςαμελητέεςαμελητέα
Κλητικήαμελητέοιαμελητέεςαμελητέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →