καταδύομαι
•
- αθλητισμόςβυθίζομαι στο νερό και κινούμαι προς τον βυθό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταδύομαι < αρχαία ελληνική καταδύομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταδύομαι | καταδύεσαι | καταδύεται | καταδυόμαστε | καταδύεστε | καταδύονται |
| Παρατατικός | καταδυόμουν / καταδυόμουνα | καταδυόσουν / καταδυόσουνα | καταδυόταν / καταδυότανε | καταδυόμασταν / καταδυόμαστε | καταδυόσασταν / καταδυόσαστε | καταδυόντουσαν / καταδύονταν |
| Αόριστος | καταδύθηκα | καταδύθηκες | καταδύθηκε | καταδυθήκαμε | καταδυθήκατε | καταδυθήκαν / καταδυθήκανε / καταδύθηκαν |
| Μέλλοντας | θα καταδυθώ / θα καταδύομαι | θα καταδυθείς / θα καταδύεσαι | θα καταδυθεί / θα καταδύεται | θα καταδυθούμε / θα καταδυόμαστε | θα καταδυθείτε / θα καταδύεστε | θα καταδυθούν / θα καταδυθούνε / θα καταδύονται |
| Παρακείμενος | έχω καταδυθεί | έχεις καταδυθεί | έχει καταδυθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταδυθεί | είχες καταδυθεί | είχε καταδυθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταδυθεί / να καταδυθώ / να καταδύομαι | να έχεις καταδυθεί / να καταδυθείς / να καταδύεσαι | να έχει καταδυθεί / να καταδυθεί / να καταδύεται | να καταδυθούμε / να καταδυόμαστε | να καταδυθείτε / να καταδύεστε | να καταδυθούν / να καταδυθούνε / να καταδύονται |
| Προστακτική | — | καταδύου / καταδύσου | — | — | καταδυθείτε / καταδύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →