Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναλαμβάνω

/a.na.laɱˈva.no/ρήμα
•
  1. παίρνω κάτι (ένα φορτίο, μια εργασία, μια υποχρέωση) πάνω μου, επωμίζομαι μια ευθύνη Βικιλεξικό
  2. αρχίζω δουλειά σε μια ορισμένη ημερομηνία, πιάνω δουλειά (και παίρνω και τις ανάλογες ευθύνες από τη συγκεκριμένη ημερομηνία και μετά) Βικιλεξικό
    • Αναλαμβάνω από 16 Ιουνίου, μέχρι τότε παραμένει προϊστάμενος ο Παπαδάκης
  3. παίρνω επάνω μου την ευθύνη για άνθρωπο ως κηδεμόνας, τον παίρνω υπό την προστασία μου με τις ανάλογες ευθύνες Βικιλεξικό
    • Εμεινε ορφανός στα 12, αλλά τον ανέλαβε ο θείος του, που τον φρόντισε καλύτερα κι από παιδί του
  4. τακτοποιώ ένα ενοχλητικό πρόβλημα Βικιλεξικό
    • Είχα σκάσει με το σπίτι στο χωριό που ερειπώνεται, αλλά ευτυχώς το ανέλαβε ο αδελφός μου
  5. τακτοποιώ έναν ενοχλητικό άνθρωπο Βικιλεξικό
    • Μην ασχολείσαι άλλο με δαύτον. Τον αναλαμβάνω εγώ
  6. στρατιωτικόπαίρνω τον οπλισμό μου και ετοιμάζομαι για επιθεώρηση, άσκηση, πορεία κλπ Βικιλεξικό
  7. κάνω ανάληψη χρηματικού ποσού από τράπεζα Βικιλεξικό
  8. ξαναπαίρνω τις δυνάμεις μου, αναρρώνω από ασθένεια Βικιλεξικό
    • Δόξα τω Θεώ, άρχισε να αναλαμβάνει σιγά-σιγά. Αύριο θα τον σηκώσουμε να βγει έστω και λίγο στο μπαλκόνι
    • Είπαν ότι ανέλαβε η αγορά, αλλά μάλλον δεν εννοούσαν την ελληνική

Ετυμολογία

αναλαμβάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναλαμβάνω < ἀνα- + λαμβάνω

Άλλοι τύποι

ανέλαβααναλάβωαναλήφθηκααναλαμβάνομαιανειλημμένοςανελήφθη3o

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →