αναστατώνω
•
- άψυχαδιασαλεύω σημαντικά την τάξη, ανακατεύω αντικείμενα, φέρνω τα πάνω-κάτω, προκαλώ ακαταστασία Βικιλεξικό
- οι διαρρήκτες αναστάτωσαν το σπίτι, αλλά δε βρήκαν τίποτα
- για ζωντανά πλάσματα, διαταράσσω τη ζωή τους, προκαλώ αναστάτωση, τα ταράζω Βικιλεξικό
- η χρεωκοπία αναστάτωσε τη ζωή όλης της Ελλάδας
- ξεσηκώνω συναισθηματικά, ερωτικά ή και σεξουαλικά Βικιλεξικό
- αυτός ο άνδρας/γυναίκα με αναστατώνει
Ετυμολογία
αναστατώνω < ἀναστατώνω και (μεσαιωνικό) ἀναστατῶ και ἀνασταίνω (σηκώνω όρθιο) οπότε και διαχωρίσθηκαν νοηματικά οι οικογένειες όσων λέξεων συγγένευαν εννοιολογικά με την ανάσταση(σηκώνω + στατώ) και σε όσες συγγένευαν με την αναστάτωση (ανακατεύω) και το ἀναστατόω < αρχαία ελληνική ἀναστατέω-ἀναστατῶ (καταστρέφω, ξεσπιτώνω, αναγκάζω κάποιον να ξεσηκωθεί από το σπίτι του)< ἀνίστημι και ἀνίσταμαι < ἄνω + ἵστημι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναστατώνω | αναστατώνεις | αναστατώνει | αναστατώνουμε | αναστατώνετε | αναστατώνουν / αναστατώνουνε |
| Παρατατικός | αναστάτωνα | αναστάτωνες | αναστάτωνε | αναστατώναμε | αναστατώνατε | αναστάτωναν / αναστατώναν / αναστατώνανε |
| Αόριστος | αναστάτωσα | αναστάτωσες | αναστάτωσε | αναστατώσαμε | αναστατώσατε | αναστάτωσαν / αναστατώσαν / αναστατώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναστατώνω / θα αναστατώσω | θα αναστατώνεις / θα αναστατώσεις | θα αναστατώνει / θα αναστατώσει | θα αναστατώνουμε / θα αναστατώσουμε | θα αναστατώνετε / θα αναστατώσετε | θα αναστατώνουν / θα αναστατώνουνε / θα αναστατώσουν / θα αναστατώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναστατώσει | έχεις αναστατώσει | έχει αναστατώσει | έχουμε αναστατώσει | έχετε αναστατώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναστατώσει | είχες αναστατώσει | είχε αναστατώσει | είχαμε αναστατώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναστατώσει / να αναστατώνω / να αναστατώσω | να έχεις αναστατώσει / να αναστατώνεις / να αναστατώσεις | να έχει αναστατώσει / να αναστατώνει / να αναστατώσει | να έχουμε αναστατώσει / να αναστατώνουμε / να αναστατώσουμε | να έχετε αναστατώσει / να αναστατώνετε / να αναστατώσετε | να αναστατώνουν / να αναστατώνουνε / να αναστατώσουν / να αναστατώσουνε |
| Προστακτική | — | αναστάτωνε / αναστάτωσε | — | — | αναστατώνετε / αναστατώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →