Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναστατώνω

ρήμα
•
  1. άψυχαδιασαλεύω σημαντικά την τάξη, ανακατεύω αντικείμενα, φέρνω τα πάνω-κάτω, προκαλώ ακαταστασία Βικιλεξικό
    • οι διαρρήκτες αναστάτωσαν το σπίτι, αλλά δε βρήκαν τίποτα
  2. για ζωντανά πλάσματα, διαταράσσω τη ζωή τους, προκαλώ αναστάτωση, τα ταράζω Βικιλεξικό
    • η χρεωκοπία αναστάτωσε τη ζωή όλης της Ελλάδας
  3. ξεσηκώνω συναισθηματικά, ερωτικά ή και σεξουαλικά Βικιλεξικό
    • αυτός ο άνδρας/γυναίκα με αναστατώνει

Ετυμολογία

αναστατώνω < ἀναστατώνω και (μεσαιωνικό) ἀναστατῶ και ἀνασταίνω (σηκώνω όρθιο) οπότε και διαχωρίσθηκαν νοηματικά οι οικογένειες όσων λέξεων συγγένευαν εννοιολογικά με την ανάσταση(σηκώνω + στατώ) και σε όσες συγγένευαν με την αναστάτωση (ανακατεύω) και το ἀναστατόω < αρχαία ελληνική ἀναστατέω-ἀναστατῶ (καταστρέφω, ξεσπιτώνω, αναγκάζω κάποιον να ξεσηκωθεί από το σπίτι του)< ἀνίστημι και ἀνίσταμαι < ἄνω + ἵστημι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναστατώνωαναστατώνειςαναστατώνειαναστατώνουμεαναστατώνετεαναστατώνουν / αναστατώνουνε
Παρατατικόςαναστάτωνααναστάτωνεςαναστάτωνεαναστατώναμεαναστατώνατεαναστάτωναν / αναστατώναν / αναστατώνανε
Αόριστοςαναστάτωσααναστάτωσεςαναστάτωσεαναστατώσαμεαναστατώσατεαναστάτωσαν / αναστατώσαν / αναστατώσανε
Μέλλονταςθα αναστατώνω / θα αναστατώσωθα αναστατώνεις / θα αναστατώσειςθα αναστατώνει / θα αναστατώσειθα αναστατώνουμε / θα αναστατώσουμεθα αναστατώνετε / θα αναστατώσετεθα αναστατώνουν / θα αναστατώνουνε / θα αναστατώσουν / θα αναστατώσουνε
Παρακείμενοςέχω αναστατώσειέχεις αναστατώσειέχει αναστατώσειέχουμε αναστατώσειέχετε αναστατώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναστατώσειείχες αναστατώσειείχε αναστατώσειείχαμε αναστατώσει——
Υποτακτικήνα έχω αναστατώσει / να αναστατώνω / να αναστατώσωνα έχεις αναστατώσει / να αναστατώνεις / να αναστατώσειςνα έχει αναστατώσει / να αναστατώνει / να αναστατώσεινα έχουμε αναστατώσει / να αναστατώνουμε / να αναστατώσουμενα έχετε αναστατώσει / να αναστατώνετε / να αναστατώσετενα αναστατώνουν / να αναστατώνουνε / να αναστατώσουν / να αναστατώσουνε
Προστακτική—αναστάτωνε / αναστάτωσε——αναστατώνετε / αναστατώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →