ανεμοσκορπίζω
•
- λογοτεχνικόσκορπίζω αλόγιστα ή σπαταλώ με ευκολία και χωρίς σκέψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμοσκορπίζω < μεσαιωνική ελληνική ανεμοσκορπίζω < αρχαία ελληνική ἄνεμος + σκορπίζω (< σκορπίος)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανεμοσκορπίζω | ανεμοσκορπίζεις | ανεμοσκορπίζει | ανεμοσκορπίζουμε | ανεμοσκορπίζετε | ανεμοσκορπίζουν / ανεμοσκορπίζουνε |
| Παρατατικός | ανεμοσκόρπιζα | ανεμοσκόρπιζες | ανεμοσκόρπιζε | ανεμοσκορπίζαμε | ανεμοσκορπίζατε | ανεμοσκορπίζαν / ανεμοσκορπίζανε / ανεμοσκόρπιζαν |
| Αόριστος | ανεμοσκόρπισα | ανεμοσκόρπισες | ανεμοσκόρπισε | ανεμοσκορπίσαμε | ανεμοσκορπίσατε | ανεμοσκορπίσαν / ανεμοσκορπίσανε / ανεμοσκόρπισαν |
| Μέλλοντας | θα ανεμοσκορπίζω / θα ανεμοσκορπίσω | θα ανεμοσκορπίζεις / θα ανεμοσκορπίσεις | θα ανεμοσκορπίζει / θα ανεμοσκορπίσει | θα ανεμοσκορπίζουμε / θα ανεμοσκορπίσουμε | θα ανεμοσκορπίζετε / θα ανεμοσκορπίσετε | θα ανεμοσκορπίζουν / θα ανεμοσκορπίζουνε / θα ανεμοσκορπίσουν / θα ανεμοσκορπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανεμοσκορπίσει | έχεις ανεμοσκορπίσει | έχει ανεμοσκορπίσει | έχουμε ανεμοσκορπίσει | έχετε ανεμοσκορπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανεμοσκορπίσει | είχες ανεμοσκορπίσει | είχε ανεμοσκορπίσει | είχαμε ανεμοσκορπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανεμοσκορπίσει / να ανεμοσκορπίζω / να ανεμοσκορπίσω | να έχεις ανεμοσκορπίσει / να ανεμοσκορπίζεις / να ανεμοσκορπίσεις | να έχει ανεμοσκορπίσει / να ανεμοσκορπίζει / να ανεμοσκορπίσει | να έχουμε ανεμοσκορπίσει / να ανεμοσκορπίζουμε / να ανεμοσκορπίσουμε | να έχετε ανεμοσκορπίσει / να ανεμοσκορπίζετε / να ανεμοσκορπίσετε | να ανεμοσκορπίζουν / να ανεμοσκορπίζουνε / να ανεμοσκορπίσουν / να ανεμοσκορπίσουνε |
| Προστακτική | — | ανεμοσκόρπιζε / ανεμοσκόρπισε | — | — | ανεμοσκορπίζετε / ανεμοσκορπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →