Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιμετωπίζω

/an.di.me.toˈpi.zo/ρήμα
•
  1. είμαι αντιμέτωπος με κάποιον ή κάτι (που με αμφισβητεί, με κρίνει, με ανταγωνίζεται, με κριτικάρει κ.λπ.) Βικιλεξικό
  2. βρίσκομαι σε μια δύσκολη κατάσταση και αγωνίζομαι να την ξεπεράσω Βικιλεξικό
  3. συμπεριφέρομαι σε κάποιον ή σε κάτι σύμφωνα με ορισμένη ιδιότητά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιμετωπίζω < αντιμέτωπ(ος) + -ίζω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική affronter

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντιμετωπίζωαντιμετωπίζειςαντιμετωπίζειαντιμετωπίζουμεαντιμετωπίζετεαντιμετωπίζουν / αντιμετωπίζουνε
Παρατατικόςαντιμετώπιζααντιμετώπιζεςαντιμετώπιζεαντιμετωπίζαμεαντιμετωπίζατεαντιμετωπίζαν / αντιμετωπίζανε / αντιμετώπιζαν
Αόριστοςαντιμετώπισααντιμετώπισεςαντιμετώπισεαντιμετωπίσαμεαντιμετωπίσατεαντιμετωπίσαν / αντιμετωπίσανε / αντιμετώπισαν
Μέλλονταςθα αντιμετωπίζω / θα αντιμετωπίσωθα αντιμετωπίζεις / θα αντιμετωπίσειςθα αντιμετωπίζει / θα αντιμετωπίσειθα αντιμετωπίζουμε / θα αντιμετωπίσουμεθα αντιμετωπίζετε / θα αντιμετωπίσετεθα αντιμετωπίζουν / θα αντιμετωπίζουνε / θα αντιμετωπίσουν / θα αντιμετωπίσουνε
Παρακείμενοςέχω αντιμετωπίσειέχεις αντιμετωπίσειέχει αντιμετωπίσειέχουμε αντιμετωπίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αντιμετωπίσειείχες αντιμετωπίσειείχε αντιμετωπίσει———
Υποτακτικήνα έχω αντιμετωπίσει / να αντιμετωπίζω / να αντιμετωπίσωνα έχεις αντιμετωπίσει / να αντιμετωπίζεις / να αντιμετωπίσειςνα έχει αντιμετωπίσει / να αντιμετωπίζει / να αντιμετωπίσεινα έχουμε αντιμετωπίσει / να αντιμετωπίζουμε / να αντιμετωπίσουμενα αντιμετωπίζετε / να αντιμετωπίσετενα αντιμετωπίζουν / να αντιμετωπίζουνε / να αντιμετωπίσουν / να αντιμετωπίσουνε
Προστακτική—αντιμετώπιζε / αντιμετώπισε——αντιμετωπίζετε / αντιμετωπίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αντιμετωπίστηκααντιμετωπίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →