αντιμετωπίζω
•
- είμαι αντιμέτωπος με κάποιον ή κάτι (που με αμφισβητεί, με κρίνει, με ανταγωνίζεται, με κριτικάρει κ.λπ.) Βικιλεξικό
- βρίσκομαι σε μια δύσκολη κατάσταση και αγωνίζομαι να την ξεπεράσω Βικιλεξικό
- συμπεριφέρομαι σε κάποιον ή σε κάτι σύμφωνα με ορισμένη ιδιότητά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιμετωπίζω < αντιμέτωπ(ος) + -ίζω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική affronter
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιμετωπίζω | αντιμετωπίζεις | αντιμετωπίζει | αντιμετωπίζουμε | αντιμετωπίζετε | αντιμετωπίζουν / αντιμετωπίζουνε |
| Παρατατικός | αντιμετώπιζα | αντιμετώπιζες | αντιμετώπιζε | αντιμετωπίζαμε | αντιμετωπίζατε | αντιμετωπίζαν / αντιμετωπίζανε / αντιμετώπιζαν |
| Αόριστος | αντιμετώπισα | αντιμετώπισες | αντιμετώπισε | αντιμετωπίσαμε | αντιμετωπίσατε | αντιμετωπίσαν / αντιμετωπίσανε / αντιμετώπισαν |
| Μέλλοντας | θα αντιμετωπίζω / θα αντιμετωπίσω | θα αντιμετωπίζεις / θα αντιμετωπίσεις | θα αντιμετωπίζει / θα αντιμετωπίσει | θα αντιμετωπίζουμε / θα αντιμετωπίσουμε | θα αντιμετωπίζετε / θα αντιμετωπίσετε | θα αντιμετωπίζουν / θα αντιμετωπίζουνε / θα αντιμετωπίσουν / θα αντιμετωπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιμετωπίσει | έχεις αντιμετωπίσει | έχει αντιμετωπίσει | έχουμε αντιμετωπίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιμετωπίσει | είχες αντιμετωπίσει | είχε αντιμετωπίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιμετωπίσει / να αντιμετωπίζω / να αντιμετωπίσω | να έχεις αντιμετωπίσει / να αντιμετωπίζεις / να αντιμετωπίσεις | να έχει αντιμετωπίσει / να αντιμετωπίζει / να αντιμετωπίσει | να έχουμε αντιμετωπίσει / να αντιμετωπίζουμε / να αντιμετωπίσουμε | να αντιμετωπίζετε / να αντιμετωπίσετε | να αντιμετωπίζουν / να αντιμετωπίζουνε / να αντιμετωπίσουν / να αντιμετωπίσουνε |
| Προστακτική | — | αντιμετώπιζε / αντιμετώπισε | — | — | αντιμετωπίζετε / αντιμετωπίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αντιμετωπίστηκααντιμετωπίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →