αξιοποιώ
•
- χρησιμοποιώ κάτι (ή κάποιον) εκμεταλλευόμενος ό,τι θετικό έχει να προσφέρει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξιοποιώ < άξιος + -ο- + -ποιώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αξιοποιώ | αξιοποιείς | αξιοποιεί | αξιοποιούμε | αξιοποιείτε | αξιοποιούν / αξιοποιούνε |
| Παρατατικός | αξιοποιούσα | αξιοποιούσες | αξιοποιούσε | αξιοποιούσαμε | αξιοποιούσατε | αξιοποιούσαν / αξιοποιούσανε |
| Αόριστος | αξιοποίησα | αξιοποίησες | αξιοποίησε | αξιοποιήσαμε | αξιοποιήσατε | αξιοποίησαν / αξιοποιήσαν / αξιοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα αξιοποιήσω / θα αξιοποιώ | θα αξιοποιήσεις / θα αξιοποιείς | θα αξιοποιήσει / θα αξιοποιεί | θα αξιοποιήσουμε / θα αξιοποιούμε | θα αξιοποιήσετε / θα αξιοποιείτε | θα αξιοποιήσουν / θα αξιοποιήσουνε / θα αξιοποιούν / θα αξιοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω αξιοποιήσει | έχεις αξιοποιήσει | έχει αξιοποιήσει | έχουμε αξιοποιήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αξιοποιήσει | είχες αξιοποιήσει | είχε αξιοποιήσει | είχαμε αξιοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αξιοποιήσει / να αξιοποιήσω / να αξιοποιώ | να έχεις αξιοποιήσει / να αξιοποιήσεις / να αξιοποιείς | να έχει αξιοποιήσει / να αξιοποιήσει / να αξιοποιεί | να έχουμε αξιοποιήσει / να αξιοποιήσουμε / να αξιοποιούμε | να αξιοποιήσετε / να αξιοποιείτε | να αξιοποιήσουν / να αξιοποιήσουνε / να αξιοποιούν / να αξιοποιούνε |
| Προστακτική | — | αξιοποίει / αξιοποίησε | — | — | αξιοποιήστε / αξιοποιείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αξιοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →