απαίσιος
•
- που δεν μας αρέσει καθόλου, επειδή είναι άσχημος, φέρεται άσχημα, μας ενοχλεί Βικιλεξικό
- Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα 'μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα 'χει πεθάνει. Το ρέμα θα 'χει σκεπαστεί και θα 'χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος. (Συλλογικό έργο, επιμέλεια Ιωάννης Χασιώτης, Τοις αγαθοίς βασιλεύουσα: Θεσσαλονίκη, ιστορία και πολιτισμός, Παρατηρητής, 1997, σελ. 407)
Ετυμολογία
απαίσιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀπαίσιος (δυσοίωνος, που δίνει κακό σημάδι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απαίσιος | απαίσια | απαίσιο |
| Γενική | απαίσιου | απαίσιας | απαίσιου |
| Αιτιατική | απαίσιο | απαίσια | απαίσιο |
| Κλητική | απαίσιε | απαίσια | απαίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απαίσιοι | απαίσιες | απαίσια |
| Γενική | απαίσιων | απαίσιων | απαίσιων |
| Αιτιατική | απαίσιους | απαίσιες | απαίσια |
| Κλητική | απαίσιοι | απαίσιες | απαίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →