απαλλοτριώνω
•
- εξαγοράζω αναγκαστικά την ακίνητη περιουσία κάποιου ιδιοκτήτη και την αποδίδω για λόγους δημοσίου συμφέροντος στο δημόσιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαλλοτριώνω < αρχαία ελληνική ἀπαλλοτριόω / ἀπαλλοτριῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απαλλοτριώνω | απαλλοτριώνεις | απαλλοτριώνει | απαλλοτριώνουμε | απαλλοτριώνετε | απαλλοτριώνουν / απαλλοτριώνουνε |
| Παρατατικός | απαλλοτρίωνα | απαλλοτρίωνες | απαλλοτρίωνε | απαλλοτριώναμε | απαλλοτριώνατε | απαλλοτρίωναν / απαλλοτριώναν / απαλλοτριώνανε |
| Αόριστος | απαλλοτρίωσα | απαλλοτρίωσες | απαλλοτρίωσε | απαλλοτριώσαμε | απαλλοτριώσατε | απαλλοτρίωσαν / απαλλοτριώσαν / απαλλοτριώσανε |
| Μέλλοντας | θα απαλλοτριώνω / θα απαλλοτριώσω | θα απαλλοτριώνεις / θα απαλλοτριώσεις | θα απαλλοτριώνει / θα απαλλοτριώσει | θα απαλλοτριώνουμε / θα απαλλοτριώσουμε | θα απαλλοτριώνετε / θα απαλλοτριώσετε | θα απαλλοτριώνουν / θα απαλλοτριώνουνε / θα απαλλοτριώσουν / θα απαλλοτριώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απαλλοτριώσει | έχεις απαλλοτριώσει | έχει απαλλοτριώσει | έχουμε απαλλοτριώσει | έχετε απαλλοτριώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απαλλοτριώσει | είχες απαλλοτριώσει | είχε απαλλοτριώσει | είχαμε απαλλοτριώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απαλλοτριώσει / να απαλλοτριώνω / να απαλλοτριώσω | να έχεις απαλλοτριώσει / να απαλλοτριώνεις / να απαλλοτριώσεις | να έχει απαλλοτριώσει / να απαλλοτριώνει / να απαλλοτριώσει | να έχουμε απαλλοτριώσει / να απαλλοτριώνουμε / να απαλλοτριώσουμε | να έχετε απαλλοτριώσει / να απαλλοτριώνετε / να απαλλοτριώσετε | να απαλλοτριώνουν / να απαλλοτριώνουνε / να απαλλοτριώσουν / να απαλλοτριώσουνε |
| Προστακτική | — | απαλλοτρίωνε / απαλλοτρίωσε | — | — | απαλλοτριώνετε / απαλλοτριώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →