αποβαρβαρώνω
•
- κάνω κάτι ή κάποιον βάρβαρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποβαρβαρώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀποβαρβαροῦμαι < ἀπό + βάρβαρος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποβαρβαρώνω | αποβαρβαρώνεις | αποβαρβαρώνει | αποβαρβαρώνουμε | αποβαρβαρώνετε | αποβαρβαρώνουν / αποβαρβαρώνουνε |
| Παρατατικός | αποβαρβάρωνα | αποβαρβάρωνες | αποβαρβάρωνε | αποβαρβαρώναμε | αποβαρβαρώνατε | αποβαρβάρωναν / αποβαρβαρώναν / αποβαρβαρώνανε |
| Αόριστος | αποβαρβάρωσα | αποβαρβάρωσες | αποβαρβάρωσε | αποβαρβαρώσαμε | αποβαρβαρώσατε | αποβαρβάρωσαν / αποβαρβαρώσαν / αποβαρβαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποβαρβαρώνω / θα αποβαρβαρώσω | θα αποβαρβαρώνεις / θα αποβαρβαρώσεις | θα αποβαρβαρώνει / θα αποβαρβαρώσει | θα αποβαρβαρώνουμε / θα αποβαρβαρώσουμε | θα αποβαρβαρώνετε / θα αποβαρβαρώσετε | θα αποβαρβαρώνουν / θα αποβαρβαρώνουνε / θα αποβαρβαρώσουν / θα αποβαρβαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποβαρβαρώσει | έχεις αποβαρβαρώσει | έχει αποβαρβαρώσει | έχουμε αποβαρβαρώσει | έχετε αποβαρβαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποβαρβαρώσει | είχες αποβαρβαρώσει | είχε αποβαρβαρώσει | είχαμε αποβαρβαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποβαρβαρώσει / να αποβαρβαρώνω / να αποβαρβαρώσω | να έχεις αποβαρβαρώσει / να αποβαρβαρώνεις / να αποβαρβαρώσεις | να έχει αποβαρβαρώσει / να αποβαρβαρώνει / να αποβαρβαρώσει | να έχουμε αποβαρβαρώσει / να αποβαρβαρώνουμε / να αποβαρβαρώσουμε | να έχετε αποβαρβαρώσει / να αποβαρβαρώνετε / να αποβαρβαρώσετε | να αποβαρβαρώνουν / να αποβαρβαρώνουνε / να αποβαρβαρώσουν / να αποβαρβαρώσουνε |
| Προστακτική | — | αποβαρβάρωνε / αποβαρβάρωσε | — | — | αποβαρβαρώνετε / αποβαρβαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →