Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποβαρβαρώνω

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι ή κάποιον βάρβαρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποβαρβαρώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀποβαρβαροῦμαι < ἀπό + βάρβαρος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποβαρβαρώνωαποβαρβαρώνειςαποβαρβαρώνειαποβαρβαρώνουμεαποβαρβαρώνετεαποβαρβαρώνουν / αποβαρβαρώνουνε
Παρατατικόςαποβαρβάρωνααποβαρβάρωνεςαποβαρβάρωνεαποβαρβαρώναμεαποβαρβαρώνατεαποβαρβάρωναν / αποβαρβαρώναν / αποβαρβαρώνανε
Αόριστοςαποβαρβάρωσααποβαρβάρωσεςαποβαρβάρωσεαποβαρβαρώσαμεαποβαρβαρώσατεαποβαρβάρωσαν / αποβαρβαρώσαν / αποβαρβαρώσανε
Μέλλονταςθα αποβαρβαρώνω / θα αποβαρβαρώσωθα αποβαρβαρώνεις / θα αποβαρβαρώσειςθα αποβαρβαρώνει / θα αποβαρβαρώσειθα αποβαρβαρώνουμε / θα αποβαρβαρώσουμεθα αποβαρβαρώνετε / θα αποβαρβαρώσετεθα αποβαρβαρώνουν / θα αποβαρβαρώνουνε / θα αποβαρβαρώσουν / θα αποβαρβαρώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποβαρβαρώσειέχεις αποβαρβαρώσειέχει αποβαρβαρώσειέχουμε αποβαρβαρώσειέχετε αποβαρβαρώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποβαρβαρώσειείχες αποβαρβαρώσειείχε αποβαρβαρώσειείχαμε αποβαρβαρώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποβαρβαρώσει / να αποβαρβαρώνω / να αποβαρβαρώσωνα έχεις αποβαρβαρώσει / να αποβαρβαρώνεις / να αποβαρβαρώσειςνα έχει αποβαρβαρώσει / να αποβαρβαρώνει / να αποβαρβαρώσεινα έχουμε αποβαρβαρώσει / να αποβαρβαρώνουμε / να αποβαρβαρώσουμενα έχετε αποβαρβαρώσει / να αποβαρβαρώνετε / να αποβαρβαρώσετενα αποβαρβαρώνουν / να αποβαρβαρώνουνε / να αποβαρβαρώσουν / να αποβαρβαρώσουνε
Προστακτική—αποβαρβάρωνε / αποβαρβάρωσε——αποβαρβαρώνετε / αποβαρβαρώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →