αποπλανώ
•
- ξεγελώ κάποιο άτομο (ενίοτε μικρό σε ηλικία ή ελλειμματικό πνευματικά) και το παρασέρνω σε ασελγείς σεξουαλικές πράξεις Βικιλεξικό
- Πηγαίνει κι αυτός τώρα στην Αίγυπτο, με την ελπίδα να επαναφέρει στο ποίμνιό του την κόρη του Σάρα, που την αποπλάνησε κάποιος πεζεβέγκης. (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
Ετυμολογία
αποπλανώ < αρχαία ελληνική ἀποπλανάω / ἀποπλανῶ < πλανάω / πλανῶ < πλάνη (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική détourner)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποπλανάω / αποπλανώ | αποπλανάς | αποπλανά / αποπλανάει | αποπλανάμε / αποπλανούμε | αποπλανάτε | αποπλανάν / αποπλανάνε / αποπλανούν / αποπλανούνε |
| Παρατατικός | αποπλανούσα | αποπλανούσες | αποπλανούσε | αποπλανούσαμε | αποπλανούσατε | αποπλανούσαν / αποπλανούσανε |
| Αόριστος | αποπλάνησα | αποπλάνησες | αποπλάνησε | αποπλανήσαμε | αποπλανήσατε | αποπλάνησαν / αποπλανήσαν / αποπλανήσανε |
| Μέλλοντας | θα αποπλανάω / θα αποπλανήσω / θα αποπλανώ | θα αποπλανάς / θα αποπλανήσεις | θα αποπλανά / θα αποπλανάει / θα αποπλανήσει | θα αποπλανάμε / θα αποπλανήσουμε / θα αποπλανούμε | θα αποπλανάτε / θα αποπλανήσετε | θα αποπλανάν / θα αποπλανάνε / θα αποπλανήσουν / θα αποπλανήσουνε / θα αποπλανούν / θα αποπλανούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποπλανήσει | έχεις αποπλανήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποπλανήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποπλανήσει / να αποπλανάω / να αποπλανήσω / να αποπλανώ | να έχεις αποπλανήσει / να αποπλανάς / να αποπλανήσεις | να αποπλανά / να αποπλανάει / να αποπλανήσει | να αποπλανάμε / να αποπλανήσουμε / να αποπλανούμε | να αποπλανάτε / να αποπλανήσετε | να αποπλανάν / να αποπλανάνε / να αποπλανήσουν / να αποπλανήσουνε / να αποπλανούν / να αποπλανούνε |
| Προστακτική | — | αποπλάνα / αποπλάναγε / αποπλάνησε | — | — | αποπλανάτε / αποπλανήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →