αποποιούμαι
•
- αρνούμαι ότι έχω ευθύνη για κάτι επιζήμιο που έγινε στο παρελθόν ή μπορεί να συμβεί στο μέλλον Βικιλεξικό
- αρνούμαι ένα δικαίωμα, τίτλο, περιουσία κ.λπ. Βικιλεξικό
- Στο άμεσο μέλλον, λοιπόν, χωρίς να αποποιούμαι καθόλου τα συγκεκριμένα έργα, σκέφτομαι να στραφώ σε λιγότερο άμεσα αναγνωρίσιμα πράγματα τα οποία έχουν σχέση με μια ποιητικότητα ανθεκτική στον χρόνο. (*)
Ετυμολογία
αποποιούμαι < ελληνιστική κοινή ἀποποιέομαι / ἀποποιοῦμαι < αρχαία ελληνική ποιέομαι / ποιοῦμαι, παθητική φωνή του ρήματος ποιέω / ποιῶ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →