Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσαφηνίζω

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι τελείως σαφές, ξεκαθαρίζω απολύτως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσαφηνίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀποσαφέω / ἀποσαφῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσαφηνίζωαποσαφηνίζειςαποσαφηνίζειαποσαφηνίζουμεαποσαφηνίζετεαποσαφηνίζουν / αποσαφηνίζουνε
Παρατατικόςαποσαφήνιζααποσαφήνιζεςαποσαφήνιζεαποσαφηνίζαμεαποσαφηνίζατεαποσαφήνιζαν / αποσαφηνίζαν / αποσαφηνίζανε
Αόριστοςαποσαφήνισααποσαφήνισεςαποσαφήνισεαποσαφηνίσαμεαποσαφηνίσατεαποσαφήνισαν / αποσαφηνίσαν / αποσαφηνίσανε
Μέλλονταςθα αποσαφηνίζω / θα αποσαφηνίσωθα αποσαφηνίζεις / θα αποσαφηνίσειςθα αποσαφηνίζει / θα αποσαφηνίσειθα αποσαφηνίζουμε / θα αποσαφηνίσουμεθα αποσαφηνίζετε / θα αποσαφηνίσετεθα αποσαφηνίζουν / θα αποσαφηνίζουνε / θα αποσαφηνίσουν / θα αποσαφηνίσουνε
Παρακείμενοςέχω αποσαφηνίσειέχεις αποσαφηνίσειέχει αποσαφηνίσειέχουμε αποσαφηνίσειέχετε αποσαφηνίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποσαφηνίσειείχες αποσαφηνίσειείχε αποσαφηνίσειείχαμε αποσαφηνίσει——
Υποτακτικήνα έχω αποσαφηνίσει / να αποσαφηνίζω / να αποσαφηνίσωνα έχεις αποσαφηνίσει / να αποσαφηνίζεις / να αποσαφηνίσειςνα έχει αποσαφηνίσει / να αποσαφηνίζει / να αποσαφηνίσεινα έχουμε αποσαφηνίσει / να αποσαφηνίζουμε / να αποσαφηνίσουμενα έχετε αποσαφηνίσει / να αποσαφηνίζετε / να αποσαφηνίσετενα αποσαφηνίζουν / να αποσαφηνίζουνε / να αποσαφηνίσουν / να αποσαφηνίσουνε
Προστακτική—αποσαφήνιζε / αποσαφήνισε——αποσαφηνίζετε / αποσαφηνίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →