αποσειραϊκοποίηση
•
- πληροφορικήη διαδικασία του αποσειραϊκοποιώ (deserialize) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσειραϊκοποίηση < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική deserialization (νεολογισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποσειραϊκοποίηση | αποσειραϊκοποιήσεις |
| Γενική | αποσειραϊκοποίησης | αποσειραϊκοποιήσεων |
| Αιτιατική | αποσειραϊκοποίηση | αποσειραϊκοποιήσεις |
| Κλητική | αποσειραϊκοποίηση | αποσειραϊκοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →