σειραϊκοποίηση
•
- πληροφορικήη διαδικασία του σειραϊκοποιώ (serialize) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σειραϊκοποίηση, νεολογισμός του τέλους του 20ού αιώνα < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική serialization
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σειραϊκοποίηση | σειραϊκοποιήσεις |
| Γενική | σειραϊκοποίησης | σειραϊκοποιήσεων |
| Αιτιατική | σειραϊκοποίηση | σειραϊκοποιήσεις |
| Κλητική | σειραϊκοποίηση | σειραϊκοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →