σειραϊκοποιώ
•
- κάνω σειραϊκό, τοποθετώ σε σειρά, σε διάταξη Βικιλεξικό
- πληροφορικήμετατρέπω ένα αντικείμενο (ή τύπο δεδομένων) σε σειρά από bytes (σειριακή μορφή), ώστε να μπορεί να αποθηκευτεί σε μακροπρόθεσμη μνήμη (πχ. σκληρό δίσκο) ή να αποσταλεί μέσω δικτύου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σειραϊκοποιώ < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική serialize (νεολογισμός)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →