αποσκελετώνω
•
- κάνω κάποιον ή κάτι αδύνατο σαν σκελετό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποσκελετώνω < από- + σκελετός + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποσκελετώνω | αποσκελετώνεις | αποσκελετώνει | αποσκελετώνουμε | αποσκελετώνετε | αποσκελετώνουν / αποσκελετώνουνε |
| Παρατατικός | αποσκελέτωνα | αποσκελέτωνες | αποσκελέτωνε | αποσκελετώναμε | αποσκελετώνατε | αποσκελέτωναν / αποσκελετώναν / αποσκελετώνανε |
| Αόριστος | αποσκελέτωσα | αποσκελέτωσες | αποσκελέτωσε | αποσκελετώσαμε | αποσκελετώσατε | αποσκελέτωσαν / αποσκελετώσαν / αποσκελετώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποσκελετώνω / θα αποσκελετώσω | θα αποσκελετώνεις / θα αποσκελετώσεις | θα αποσκελετώνει / θα αποσκελετώσει | θα αποσκελετώνουμε / θα αποσκελετώσουμε | θα αποσκελετώνετε / θα αποσκελετώσετε | θα αποσκελετώνουν / θα αποσκελετώνουνε / θα αποσκελετώσουν / θα αποσκελετώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποσκελετώσει | έχεις αποσκελετώσει | έχει αποσκελετώσει | έχουμε αποσκελετώσει | έχετε αποσκελετώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποσκελετώσει | είχες αποσκελετώσει | είχε αποσκελετώσει | είχαμε αποσκελετώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποσκελετώσει / να αποσκελετώνω / να αποσκελετώσω | να έχεις αποσκελετώσει / να αποσκελετώνεις / να αποσκελετώσεις | να έχει αποσκελετώσει / να αποσκελετώνει / να αποσκελετώσει | να έχουμε αποσκελετώσει / να αποσκελετώνουμε / να αποσκελετώσουμε | να έχετε αποσκελετώσει / να αποσκελετώνετε / να αποσκελετώσετε | να αποσκελετώνουν / να αποσκελετώνουνε / να αποσκελετώσουν / να αποσκελετώσουνε |
| Προστακτική | — | αποσκελέτωνε / αποσκελέτωσε | — | — | αποσκελετώνετε / αποσκελετώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →