Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποσκελετώνω

ρήμα
•
  1. κάνω κάποιον ή κάτι αδύνατο σαν σκελετό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποσκελετώνω < από- + σκελετός + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποσκελετώνωαποσκελετώνειςαποσκελετώνειαποσκελετώνουμεαποσκελετώνετεαποσκελετώνουν / αποσκελετώνουνε
Παρατατικόςαποσκελέτωνααποσκελέτωνεςαποσκελέτωνεαποσκελετώναμεαποσκελετώνατεαποσκελέτωναν / αποσκελετώναν / αποσκελετώνανε
Αόριστοςαποσκελέτωσααποσκελέτωσεςαποσκελέτωσεαποσκελετώσαμεαποσκελετώσατεαποσκελέτωσαν / αποσκελετώσαν / αποσκελετώσανε
Μέλλονταςθα αποσκελετώνω / θα αποσκελετώσωθα αποσκελετώνεις / θα αποσκελετώσειςθα αποσκελετώνει / θα αποσκελετώσειθα αποσκελετώνουμε / θα αποσκελετώσουμεθα αποσκελετώνετε / θα αποσκελετώσετεθα αποσκελετώνουν / θα αποσκελετώνουνε / θα αποσκελετώσουν / θα αποσκελετώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποσκελετώσειέχεις αποσκελετώσειέχει αποσκελετώσειέχουμε αποσκελετώσειέχετε αποσκελετώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποσκελετώσειείχες αποσκελετώσειείχε αποσκελετώσειείχαμε αποσκελετώσει——
Υποτακτικήνα έχω αποσκελετώσει / να αποσκελετώνω / να αποσκελετώσωνα έχεις αποσκελετώσει / να αποσκελετώνεις / να αποσκελετώσειςνα έχει αποσκελετώσει / να αποσκελετώνει / να αποσκελετώσεινα έχουμε αποσκελετώσει / να αποσκελετώνουμε / να αποσκελετώσουμενα έχετε αποσκελετώσει / να αποσκελετώνετε / να αποσκελετώσετενα αποσκελετώνουν / να αποσκελετώνουνε / να αποσκελετώσουν / να αποσκελετώσουνε
Προστακτική—αποσκελέτωνε / αποσκελέτωσε——αποσκελετώνετε / αποσκελετώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →