Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στοιχειοθετώ

ρήμα
•
  1. συγκεντρώνω και τοποθετώ στη σειρά τυπογραφικά στοιχεία με το χέρι Βικιλεξικό
    • Όμως εκείνος στέκεται μπρος στην κάσα και στοιχειοθετεί, σα να μη μας ακούει. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)
  2. δημιουργώ τυπογραφική αράδα με τη χρήση λινοτυπικής μηχανής Βικιλεξικό
  3. δημιουργώ, σχηματίζω ή έχω τις προϋποθέσεις για να υποστηρίξω, να θεμελιώσω μία κατάσταση, μία έννοια, ένα γεγονός Βικιλεξικό
    • μόνο με αυτά τα στοιχεία δε στοιχειοθετείται έγκλημα, αλλά απλό αδίκημα

Ετυμολογία

στοιχειοθετώ < (τυπογραφικό) στοιχείο + θέτω (τοποθετώ)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →