αράπης
•
- μειωτικόο άνθρωπος με μαύρο δέρμα (Αφρικανός ή αφρικανικής καταγωγής) και, γενικότερα, αυτός που έχει πολύ σκούρα επιδερμίδα, που είναι πολύ μελαμψός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαυτός που είναι πολύ μαυρισμένος (από έκθεση στον ήλιο, εργασία με υλικά όπως το κάρβουνο κ.λπ. -συνήθως συντάσσεται με το σαν) Βικιλεξικό
- λαϊκότροποο Άραβας Βικιλεξικό
- αργκόο χώρος απομόνωσης των φυλακών Βικιλεξικό
- Στη διάρκεια της Κατοχής υπήρξαν δεσμωτήριο εκατοντάδων αντιστασιακών (οι μελλοθάνατοι περνούσαν την τελευταία τους νύχτα έξω από το κυρίως κτίριο, σε ιδιαίτερο κελί, το λεγόμενο Αράπης) (από το άρθρο «Οι φυλακές Αβέρωφ (1892-1971)», tvxs.gr (11-12 Μαΐου 2013)· πρόσβαση: 2019-10-12).
Ετυμολογία
αράπης < (άμεσο δάνειο) τουρκική Arap < αραβική عرب (ʿarab) (Δείτε και Άραβας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αράπης | αράπηδες |
| Γενική | αράπη | αράπηδων |
| Αιτιατική | αράπη | αράπηδες |
| Κλητική | αράπη | αράπηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →