φοράω
•
- είμαι ντυμένος με Βικιλεξικό
- φοράει το καλό του κουστούμι σήμερα
- φοράει μαύρα γιατί πενθεί
- Μπορεί να μην είναι μοδάτο, αλλά σίγουρα φοριέται ακόμα.
- βάζω πάνω μου ένα ρούχο Βικιλεξικό
- φόρεσε το παλτό σου να φύγουμε
- έχω συνήθως πάνω σε ένα σημείο του σώματός μου ένα απαραίτητο ή βοηθητικό εξάρτημα Βικιλεξικό
- φοράει γυαλιά / κοσμήματα / κράνος
- φοράω κάτι σε κάποιον, τον ντύνω ή τον επιβαρύνω Βικιλεξικό
- Μαμά δεν μπορώ να φορέσω τα παπούτσια στο μωρό, έλα να του τα φορέσεις εσύ!
- του τα φοράει (εννοείται, τα κέρατα: τον απατά, έχει εραστή
- του φόρεσαν αγκάθινο στεφάνι : τον βασάνισαν, τον ταλαιπώρησαν
Ετυμολογία
φοράω < φορ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φορῶ, συνηρημένος τύπος του φορέω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φοράω / φορώ | φοράς / φορείς | φορά / φοράει / φορεί | φοράμε / φορούμε | φοράτε / φορείτε | φοράν / φοράνε / φορούν / φορούνε |
| Παρατατικός | φορούσα / φόραγα | φορούσες / φόραγες | φορούσε / φόραγε | φοράγαμε / φορούσαμε | φοράγατε / φορούσατε | φοράγανε / φορούσαν / φορούσανε / φόραγαν |
| Αόριστος | φόρεσα | φόρεσες | φόρεσε | φορέσαμε | — | — |
| Μέλλοντας | θα φοράω / θα φορέσω / θα φορώ | θα φοράς / θα φορέσεις / θα φορείς | θα φορά / θα φοράει / θα φορέσει / θα φορεί | θα φοράμε / θα φορέσουμε / θα φορούμε | θα φοράτε / θα φορείτε | θα φοράν / θα φοράνε / θα φορούν / θα φορούνε |
| Υποτακτική | να φοράω / να φορέσω / να φορώ | να φοράς / να φορέσεις / να φορείς | να φορά / να φοράει / να φορέσει / να φορεί | να φοράμε / να φορέσουμε / να φορούμε | να φοράτε / να φορείτε | να φοράν / να φοράνε / να φορούν / να φορούνε |
| Προστακτική | — | φόρα / φόραγε / φόρεσε | — | — | φοράτε / φορείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φορέθηκαφοριέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →