Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αστείος

/aˈsti.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προκαλεί γέλιο, εύθυμη διάθεση Βικιλεξικό
  2. που προκαλεί το γέλιο και αρνητικά σχόλια Βικιλεξικό
  3. πολύ μικρός σε μέγεθος ή σε δυσκολία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αστείος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀστεῖος (αναθρεμμένος στην πόλη) < ἄστυ, ἀστε- + -ίος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστείοςαστείααστείο
Γενικήαστείουαστείαςαστείου
Αιτιατικήαστείοαστείααστείο
Κλητικήαστείεαστείααστείο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαστείοιαστείεςαστεία
Γενικήαστείωναστείωναστείων
Αιτιατικήαστείουςαστείεςαστεία
Κλητικήαστείοιαστείεςαστεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →