ατελέσφορος
•
- χωρίς αποτέλεσμα, που δεν έχει πετύχει το σκοπό του Βικιλεξικό
- Το πρόβλημα είναι ότι η αξιωματική αντιπολίτευση προσέρχεται σε αυτές τις δύσκολες συζητήσεις χωρίς σαφές πρόγραμμα, δίνοντας την εντύπωση ότι θα το διαμορφώσει με βάση τις αντιδράσεις, ακολουθώντας δηλαδή μια ατελέσφορη διαπραγματευτική τακτική με τον πρόσθετο κίνδυνο να χάσει στην πορεία και αυτούς που θέλει να εκπροσωπεί (* εφημερίδα Αυγή)
Ετυμολογία
ατελέσφορος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀτελεσφόρος < ἀ- + τελεσφόρος < τέλος + -φορος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατελέσφορος | ατελέσφορη | ατελέσφορο |
| Γενική | ατελέσφορου | ατελέσφορης | ατελέσφορου |
| Αιτιατική | ατελέσφορο | ατελέσφορη | ατελέσφορο |
| Κλητική | ατελέσφορε | ατελέσφορη | ατελέσφορο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ατελέσφοροι | ατελέσφορες | ατελέσφορα |
| Γενική | ατελέσφορων | ατελέσφορων | ατελέσφορων |
| Αιτιατική | ατελέσφορους | ατελέσφορες | ατελέσφορα |
| Κλητική | ατελέσφοροι | ατελέσφορες | ατελέσφορα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →