Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοεξυπηρέτηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ικανότητα ή η ενέργεια της εξυπηρέτησης ενός ατόμου από τον ίδιο του τον εαυτό κι όχι από άλλους Βικιλεξικό
  2. η εξυπηρέτηση ενός ατόμου στην αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών που γίνεται από το ίδιο το άτομο κι όχι από υπαλλήλους της επιχείρησης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοεξυπηρέτηση < αυτο- + εξυπηρέτηση : 2. μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-service < self, service

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοεξυπηρέτησηαυτοεξυπηρετήσεις
Γενικήαυτοεξυπηρέτησηςαυτοεξυπηρετήσεων
Αιτιατικήαυτοεξυπηρέτησηαυτοεξυπηρετήσεις
Κλητικήαυτοεξυπηρέτησηαυτοεξυπηρετήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →