αυτοεξυπηρετούμαι
•
- μπορώ και εξυπηρετώ εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου, χωρίς να περιμένω από άλλους (για άτομα με κινητικά ή άλλα προβλήματα) Βικιλεξικό
- εξυπηρετούμαι στην αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών από μένα τον ίδιο κι όχι από υπαλλήλους της επιχείρησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοεξυπηρετούμαι < αυτοεξυπηρέτηση + -ούμαι (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοεξυπηρετούμαι | αυτοεξυπηρετείσαι | αυτοεξυπηρετείται | αυτοεξυπηρετούμαστε | αυτοεξυπηρετείστε | αυτοεξυπηρετούνται |
| Παρατατικός | αυτοεξυπηρετούμουν | αυτοεξυπηρετούσουν | αυτοεξυπηρετούνταν | αυτοεξυπηρετούμασταν / αυτοεξυπηρετούμαστε | αυτοεξυπηρετούσασταν / αυτοεξυπηρετούσαστε | αυτοεξυπηρετούνταν |
| Αόριστος | αυτοεξυπηρετήθηκα | αυτοεξυπηρετήθηκες | αυτοεξυπηρετήθηκε | αυτοεξυπηρετηθήκαμε | αυτοεξυπηρετηθήκατε | αυτοεξυπηρετήθηκαν / αυτοεξυπηρετηθήκαν / αυτοεξυπηρετηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοεξυπηρετηθώ / θα αυτοεξυπηρετούμαι | θα αυτοεξυπηρετείσαι / θα αυτοεξυπηρετηθείς | θα αυτοεξυπηρετείται / θα αυτοεξυπηρετηθεί | θα αυτοεξυπηρετηθούμε / θα αυτοεξυπηρετούμαστε | θα αυτοεξυπηρετείστε / θα αυτοεξυπηρετηθείτε | θα αυτοεξυπηρετηθούν / θα αυτοεξυπηρετηθούνε / θα αυτοεξυπηρετούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοεξυπηρετηθεί | έχεις αυτοεξυπηρετηθεί | έχει αυτοεξυπηρετηθεί | έχουμε αυτοεξυπηρετηθεί | έχετε αυτοεξυπηρετηθεί | έχουν αυτοεξυπηρετηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοεξυπηρετηθεί | είχες αυτοεξυπηρετηθεί | είχε αυτοεξυπηρετηθεί | είχαμε αυτοεξυπηρετηθεί | είχατε αυτοεξυπηρετηθεί | είχαν αυτοεξυπηρετηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αυτοεξυπηρετηθεί / να αυτοεξυπηρετηθώ / να αυτοεξυπηρετούμαι | να έχεις αυτοεξυπηρετηθεί / να αυτοεξυπηρετείσαι / να αυτοεξυπηρετηθείς | να έχει αυτοεξυπηρετηθεί / να αυτοεξυπηρετείται / να αυτοεξυπηρετηθεί | να έχουμε αυτοεξυπηρετηθεί / να αυτοεξυπηρετηθούμε / να αυτοεξυπηρετούμαστε | να έχετε αυτοεξυπηρετηθεί / να αυτοεξυπηρετείστε / να αυτοεξυπηρετηθείτε | να έχουν αυτοεξυπηρετηθεί / να αυτοεξυπηρετηθούν / να αυτοεξυπηρετηθούνε / να αυτοεξυπηρετούνται |
| Προστακτική | — | αυτοεξυπηρετήσου | — | — | αυτοεξυπηρετείστε / αυτοεξυπηρετηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →