Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοπροσωπογραφία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προσωπογραφία / πορτρέτο που παριστάνει κάποιον ζωγράφο κι έχει ζωγραφιστεί απ’ τον ίδιο Βικιλεξικό
    • Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούμε τον όγκο των 28 αυτοπροσωπογραφιών της, όπως αναπτύσσονται μέσω των συγγραφέων, των λογοτεχνικών ηρώων και των ημερολογίων, με γραφή που μοιάζει με εκείνη των τυφλών. (*)
  2. κατ’ επέκτασηπεριγραφή (με πεζό ή ποιητικό λόγο) ενός συγγραφέα στην οποία περιγράφει ο ίδιος τον εαυτό του Βικιλεξικό
  3. σέλφι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοπροσωπογραφία < αυτο- + προσωπογραφία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική autoportrait)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυτοπροσωπογραφίααυτοπροσωπογραφίες
Γενικήαυτοπροσωπογραφίαςαυτοπροσωπογραφιών
Αιτιατικήαυτοπροσωπογραφίααυτοπροσωπογραφίες
Κλητικήαυτοπροσωπογραφίααυτοπροσωπογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →