αυτοφωτογραφίζομαι
•
- νεολογισμόςφωτογραφίζω ο ίδιος τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοφωτογραφίζομαι < αυτο- + φωτογραφίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοφωτογραφίζομαι | αυτοφωτογραφίζεσαι | αυτοφωτογραφίζεται | αυτοφωτογραφιζόμαστε | αυτοφωτογραφίζεστε | αυτοφωτογραφίζονται |
| Παρατατικός | αυτοφωτογραφιζόμουν / αυτοφωτογραφιζόμουνα | αυτοφωτογραφιζόσουν / αυτοφωτογραφιζόσουνα | αυτοφωτογραφιζόταν / αυτοφωτογραφιζότανε | αυτοφωτογραφιζόμασταν / αυτοφωτογραφιζόμαστε | αυτοφωτογραφιζόσασταν / αυτοφωτογραφιζόσαστε | αυτοφωτογραφίζονταν / αυτοφωτογραφιζόντουσαν |
| Αόριστος | αυτοφωτογραφίστηκα | αυτοφωτογραφίστηκες | αυτοφωτογραφίστηκε | αυτοφωτογραφιστήκαμε | αυτοφωτογραφιστήκατε | αυτοφωτογραφίστηκαν / αυτοφωτογραφιστήκαν / αυτοφωτογραφιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοφωτογραφίζομαι / θα αυτοφωτογραφιστώ | θα αυτοφωτογραφίζεσαι / θα αυτοφωτογραφιστείς | θα αυτοφωτογραφίζεται / θα αυτοφωτογραφιστεί | θα αυτοφωτογραφιζόμαστε / θα αυτοφωτογραφιστούμε | θα αυτοφωτογραφίζεστε / θα αυτοφωτογραφιστείτε | θα αυτοφωτογραφίζονται / θα αυτοφωτογραφιστούν / θα αυτοφωτογραφιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοφωτογραφιστεί | έχεις αυτοφωτογραφιστεί | έχει αυτοφωτογραφιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοφωτογραφιστεί | είχες αυτοφωτογραφιστεί | είχε αυτοφωτογραφιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοφωτογραφιστεί / να αυτοφωτογραφίζομαι / να αυτοφωτογραφιστώ | να έχεις αυτοφωτογραφιστεί / να αυτοφωτογραφίζεσαι / να αυτοφωτογραφιστείς | να έχει αυτοφωτογραφιστεί / να αυτοφωτογραφίζεται / να αυτοφωτογραφιστεί | να αυτοφωτογραφιζόμαστε / να αυτοφωτογραφιστούμε | να αυτοφωτογραφίζεστε / να αυτοφωτογραφιστείτε | να αυτοφωτογραφίζονται / να αυτοφωτογραφιστούν / να αυτοφωτογραφιστούνε |
| Προστακτική | — | αυτοφωτογραφίζου / αυτοφωτογραφίσου | — | — | αυτοφωτογραφίζεστε / αυτοφωτογραφιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →