αφετηρία
•
- το σημείο από το οποίο ξεκινάει κάποιος Βικιλεξικό
- ειδικότερατο σημείο, η στάση από την οποία ξεκινάει τη διαδρομή του ένα μέσο μαζικής συγκοινωνίας, που μπορεί να διαφέρει από το κοντινό σημείο ή στάση που χρησιμοποιείται σαν τέρμα Βικιλεξικό
- αθλητισμόςη διακριτή γραμμή από την οποία ξεκινάνε διαγωνιζόμενοι σε αγώνα ταχύτητας Βικιλεξικό
- μεταφορικάη κατάσταση που αποτελεί αρχή για κάτι καινούριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφετηρία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφετηρία (γραμμή) < ἀφετήριος < ἀφετήρ < ἀφίημι < ἀπό + ἵημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂epo + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ye-.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφετηρία | αφετηρίες |
| Γενική | αφετηρίας | αφετηριών |
| Αιτιατική | αφετηρία | αφετηρίες |
| Κλητική | αφετηρία | αφετηρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →