αφυγραίνω
•
- μειώνω ή αφαιρώ την υγρασία από κάποιο χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφυγραίνω < απο- + υγραίνω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική dehumidify)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφυγραίνω | αφυγραίνεις | αφυγραίνει | αφυγραίνουμε | αφυγραίνετε | αφυγραίνουν / αφυγραίνουνε |
| Παρατατικός | αφύγραινα | αφύγραινες | αφύγραινε | αφυγραίναμε | αφυγραίνατε | αφυγραίναν / αφυγραίνανε / αφύγραιναν |
| Αόριστος | αφύγρανα | αφύγρανες | αφύγρανε | αφυγράναμε | αφυγράνατε | αφυγράναν / αφυγράνανε / αφύγραναν |
| Μέλλοντας | θα αφυγράνω / θα αφυγραίνω | θα αφυγράνεις / θα αφυγραίνεις | θα αφυγράνει / θα αφυγραίνει | θα αφυγράνουμε / θα αφυγραίνουμε | θα αφυγράνετε / θα αφυγραίνετε | θα αφυγράνουν / θα αφυγράνουνε / θα αφυγραίνουν / θα αφυγραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφυγράνει | έχεις αφυγράνει | έχει αφυγράνει | έχουμε αφυγράνει | έχετε αφυγράνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφυγράνει | είχες αφυγράνει | είχε αφυγράνει | είχαμε αφυγράνει | είχατε αφυγράνει | — |
| Υποτακτική | να έχω αφυγράνει / να αφυγράνω / να αφυγραίνω | να έχεις αφυγράνει / να αφυγράνεις / να αφυγραίνεις | να έχει αφυγράνει / να αφυγράνει / να αφυγραίνει | να έχουμε αφυγράνει / να αφυγράνουμε / να αφυγραίνουμε | να έχετε αφυγράνει / να αφυγράνετε / να αφυγραίνετε | να αφυγράνουν / να αφυγράνουνε / να αφυγραίνουν / να αφυγραίνουνε |
| Προστακτική | — | αφύγραινε / αφύγρανε | — | — | αφυγράνετε / αφυγραίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →