υγραίνω
•
- κάνω κάτι περισσότερο υγρό, προσθέτω μια μικρή ποσότητα υγρού στην επιφάνειά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υγραίνω < αρχαία ελληνική ὑγραίνω < ὑγρός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υγραίνω | υγραίνεις | υγραίνει | υγραίνουμε | υγραίνετε | υγραίνουν / υγραίνουνε |
| Παρατατικός | ύγραινα | ύγραινες | ύγραινε | υγραίναμε | υγραίνατε | υγραίναν / υγραίνανε / ύγραιναν |
| Αόριστος | ύγρανα | ύγρανες | ύγρανε | υγράναμε | υγράνατε | υγράναν / υγράνανε / ύγραναν |
| Μέλλοντας | θα υγράνω / θα υγραίνω | θα υγράνεις / θα υγραίνεις | θα υγράνει / θα υγραίνει | θα υγράνουμε / θα υγραίνουμε | θα υγράνετε / θα υγραίνετε | θα υγράνουν / θα υγράνουνε / θα υγραίνουν / θα υγραίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω υγράνει | έχεις υγράνει | έχει υγράνει | έχουμε υγράνει | έχετε υγράνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υγράνει | είχες υγράνει | είχε υγράνει | είχαμε υγράνει | είχατε υγράνει | — |
| Υποτακτική | να έχω υγράνει / να υγράνω / να υγραίνω | να έχεις υγράνει / να υγράνεις / να υγραίνεις | να έχει υγράνει / να υγράνει / να υγραίνει | να έχουμε υγράνει / να υγράνουμε / να υγραίνουμε | να έχετε υγράνει / να υγράνετε / να υγραίνετε | να υγράνουν / να υγράνουνε / να υγραίνουν / να υγραίνουνε |
| Προστακτική | — | ύγραινε / ύγρανε | — | — | υγράνετε / υγραίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →