χειραφετώ
•
- λόγιοενεργώ έτσι, ώστε κάποιος να γίνει ανεξάρτητος, να γίνει κύριος του εαυτού του, να αποδεσμευτεί από την κηδεμονία άλλου ή από κοινωνικούς περιορισμούς της ελευθερίας του ή γενικότερα από οποιαδήποτε μορφή δέσμευσης ή εξάρτησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειραφετώ < μεσαιωνική ελληνική χειραφετῶ < αρχαία ελληνική χείρ + ἀφέτης < ἀφίημι
Άλλοι τύποι
χειραφετούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →