αἰσθητός
•
- πολυτονική γραφή του αισθητός Βικιλεξικό
- καθαρεύουσααισθητός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αἰσθητός < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική αἰσθητός < αρχαία ελληνική αἰσθητός : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: αισθητός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →