βάλλομαι
•
- βάλλουν εναντίον μου (συνηθίζεται κυρίως σε συγκεκριμένες, καθιερωμένες από παλιότερα εκφράσεις) Βικιλεξικό
- Βάλλομαι πανταχόθεν
- Βάλλονται παντοιοτρόπως, γιατι δεν έχουν καμία διαπραγματευτική ικανότητα
Ετυμολογία
βάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος βάλλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →