Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βαρβαρισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λανθασμένος τρόπος ομιλίας (και γραφής) που χαρακτηρίζεται από τη χρησιμοποίηση φτιαχτών ή διαφοροποιημένων λέξεων και την παραβίαση των γραμματικών κανόνων ή και την αισθητική της γλώσσας. Βικιλεξικό
    • διαφορετικός ο σολοικισμός. Ο βαρβαρισμός αφορά λανθασμένες μορφές της γλώσσας, όπως: «το αρεοπλάνο». Ο σολοικισμός αφορά συνακτικά, εκφραστικά λάθη

Ετυμολογία

βαρβαρισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βαρβαρισμός < βαρβαρίζω < ονοματοποιημένη λέξη από το βαρ-βαρ που για τους αρχαίους Έλληνες συνιστούσε κάθε ακατανόητο ήχο που άκουγαν από τις γλώσσες άλλων λαών.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβαρβαρισμόςβαρβαρισμοί
Γενικήβαρβαρισμούβαρβαρισμών
Αιτιατικήβαρβαρισμόβαρβαρισμούς
Κλητικήβαρβαρισμέβαρβαρισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →