βαρύνω
•
- επιβαρύνω Βικιλεξικό
- λόγιοαποδίδω, καταλογίζω Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: βαραίνω
Ετυμολογία
βαρύνω < αρχαία ελληνική βαρύνω < βαρύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷréh₂us < *gʷreh₂ (βαρύς) + *-us
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βαρύνω | βαρύνεις | βαρύνει | βαρύνουμε | βαρύνετε | βαρύνουν / βαρύνουνε |
| Παρατατικός | βάρυνα | βάρυνες | βάρυνε | βαρύναμε | βαρύνατε | βάρυναν / βαρύναν / βαρύνανε |
| Αόριστος | βάρυνα | βάρυνες | βάρυνε | βαρύναμε | βαρύνατε | βάρυναν / βαρύναν / βαρύνανε |
| Μέλλοντας | θα βαρύνω | θα βαρύνεις | θα βαρύνει | θα βαρύνουμε | θα βαρύνετε | θα βαρύνουν / θα βαρύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω βαρύνει | έχεις βαρύνει | έχει βαρύνει | έχουμε βαρύνει | έχετε βαρύνει | έχουν βαρύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα βαρύνει | είχες βαρύνει | είχε βαρύνει | είχαμε βαρύνει | είχατε βαρύνει | είχαν βαρύνει |
| Υποτακτική | να έχω βαρύνει / να βαρύνω | να έχεις βαρύνει / να βαρύνεις | να έχει βαρύνει / να βαρύνει | να έχουμε βαρύνει / να βαρύνουμε | να έχετε βαρύνει / να βαρύνετε | να έχουν βαρύνει / να βαρύνουν / να βαρύνουνε |
| Προστακτική | — | βάρυνε | — | — | βαρύνετε / βαρύντε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →