βουτάω
•
- μεταβατικόβάζω κάτι σε υγρό, το βυθίζω Βικιλεξικό
- τη βούτηξε απ' τα μαλλιά
- μεταβατικόβάζω κάτι σε υγρό, το βυθίζω Βικιλεξικό
- το βούτηξε το παραδάκι
- μεταβατικόβάζω κάτι σε υγρό, το βυθίζω Βικιλεξικό
- Τον βουτήξανε και τον χώσανε στη στενή.
- αμετάβατομπαίνω σε υγρό, όπως στη θάλασσα Βικιλεξικό
- Καλύτερα να βουτήξω τώρα, πριν πιω, γιατί δεν είναι σωστό να κολυμπώ μεθυσμένος. (Πέτρος Αμπατζόγλου, Το κρεβάτι)
Ετυμολογία
βουτάω < βουτ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουτῶ < βουτίζω < αρχαία ελληνική βυθίζω < βυθός Ετυμολογικό ζεύγος με το βυθίζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βουτάω / βουτώ | βουτάς | βουτά / βουτάει | βουτάμε / βουτούμε | βουτάτε | βουτάν / βουτάνε / βουτούν / βουτούνε |
| Παρατατικός | βουτούσα / βούταγα | βουτούσες / βούταγες | βουτούσε / βούταγε | βουτάγαμε / βουτούσαμε | βουτάγατε / βουτούσατε | βουτάγανε / βουτούσαν / βουτούσανε / βούταγαν |
| Αόριστος | βούτηξα | βούτηξες | βούτηξε | βουτήξαμε | βουτήξατε | — |
| Μέλλοντας | θα βουτάω / θα βουτήξω / θα βουτώ | θα βουτάς / θα βουτήξεις | θα βουτά / θα βουτάει / θα βουτήξει | θα βουτάμε / θα βουτήξουμε / θα βουτούμε | θα βουτάτε / θα βουτήξετε | θα βουτάν / θα βουτάνε / θα βουτούν / θα βουτούνε |
| Υποτακτική | να βουτάω / να βουτήξω / να βουτώ | να βουτάς / να βουτήξεις | να βουτά / να βουτάει / να βουτήξει | να βουτάμε / να βουτήξουμε / να βουτούμε | να βουτάτε / να βουτήξετε | να βουτάν / να βουτάνε / να βουτούν / να βουτούνε |
| Προστακτική | — | βούτα / βούταγε / βούτηξε, βούτηχ' | — | — | βουτάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βουτήχτηκαβουτιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →