Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουτάω

/vuˈta.o/ρήμα
•
  1. μεταβατικόβάζω κάτι σε υγρό, το βυθίζω Βικιλεξικό
    • τη βούτηξε απ' τα μαλλιά
  2. μεταβατικόβάζω κάτι σε υγρό, το βυθίζω Βικιλεξικό
    • το βούτηξε το παραδάκι
  3. μεταβατικόβάζω κάτι σε υγρό, το βυθίζω Βικιλεξικό
    • Τον βουτήξανε και τον χώσανε στη στενή.
  4. αμετάβατομπαίνω σε υγρό, όπως στη θάλασσα Βικιλεξικό
    • Καλύτερα να βουτήξω τώρα, πριν πιω, γιατί δεν είναι σωστό να κολυμπώ μεθυσμένος. (Πέτρος Αμπατζόγλου, Το κρεβάτι)

Ετυμολογία

βουτάω < βουτ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουτῶ < βουτίζω < αρχαία ελληνική βυθίζω < βυθός Ετυμολογικό ζεύγος με το βυθίζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβουτάω / βουτώβουτάςβουτά / βουτάειβουτάμε / βουτούμεβουτάτεβουτάν / βουτάνε / βουτούν / βουτούνε
Παρατατικόςβουτούσα / βούταγαβουτούσες / βούταγεςβουτούσε / βούταγεβουτάγαμε / βουτούσαμεβουτάγατε / βουτούσατεβουτάγανε / βουτούσαν / βουτούσανε / βούταγαν
Αόριστοςβούτηξαβούτηξεςβούτηξεβουτήξαμεβουτήξατε—
Μέλλονταςθα βουτάω / θα βουτήξω / θα βουτώθα βουτάς / θα βουτήξειςθα βουτά / θα βουτάει / θα βουτήξειθα βουτάμε / θα βουτήξουμε / θα βουτούμεθα βουτάτε / θα βουτήξετεθα βουτάν / θα βουτάνε / θα βουτούν / θα βουτούνε
Υποτακτικήνα βουτάω / να βουτήξω / να βουτώνα βουτάς / να βουτήξειςνα βουτά / να βουτάει / να βουτήξεινα βουτάμε / να βουτήξουμε / να βουτούμενα βουτάτε / να βουτήξετενα βουτάν / να βουτάνε / να βουτούν / να βουτούνε
Προστακτική—βούτα / βούταγε / βούτηξε, βούτηχ'——βουτάτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

βουτήχτηκαβουτιέμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →