Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βούλα

/ˈvu.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η σφραγίδα καθώς και (συνεκδοχικά) το έγγραφο στο οποίο αυτή υπάρχει Βικιλεξικό
  2. σημάδι σε σχήμα κύκλου διαφορετικού χρώματος Βικιλεξικό
    • Και μπαίνει, που λέτε, την πρώτη μέρα της καινούργιας χρονιάς στην αίθουσα καταχαρούμενος και τι να δει; Πέντε όλους κι όλους φοιτητές πάλι: δυό Αμερικανές χίπισσες, έναν νεαρό Γάλλο με πατομπούκαλα για γυαλιά, μια Ινδή με βούλα στο μέτωπο και έναν μουσουλμάνο κύριο με ρόμπα. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)
  3. λακκάκι στο μάγουλο, στο σαγόνι ή το λαιμό Βικιλεξικό
  4. αθλητισμόςειδικό σημείο με μια λευκή βούλα, στην οποία τοποθετείται η μπάλα πριν χτυπηθεί ένα πέναλτι κατά τη διάρκεια ενός ποδοσφαιρικού αγώνα Βικιλεξικό
    • Για την εκτέλεση του πέναλτι η μπάλα τοποθετείται 11 μέτρα από την γραμμή τέρματος σε ειδική λευκή βούλα που υπάρχει στη μεγάλη περιοχή. (*)

Ετυμολογία

βούλα : (ορθογραφική απλοποίηση) κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή βούλλα < υστερολατινική bulla < γαλατικά < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *beu- (εξόγκωμα, οίδημα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβούλαβούλες
Γενικήβούλας—
Αιτιατικήβούλαβούλες
Κλητικήβούλαβούλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →