Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βρούβα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόείδος φαγώσιμου άγριου χόρτου της οικογένειας των Σταυρανθών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βρούβα < μεσαιωνική ελληνική βρούβα < σλαβικής προέλευσης руб / ръб (πβ. τσεχικά vrub) < πρωτοσλαβική *rǫbъ ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβρούβαβρούβες
Γενικήβρούβαςβρουβών
Αιτιατικήβρούβαβρούβες
Κλητικήβρούβαβρούβες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →