βρούβα
•
- φυτόείδος φαγώσιμου άγριου χόρτου της οικογένειας των Σταυρανθών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βρούβα < μεσαιωνική ελληνική βρούβα < σλαβικής προέλευσης руб / ръб (πβ. τσεχικά vrub) < πρωτοσλαβική *rǫbъ ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βρούβα | βρούβες |
| Γενική | βρούβας | βρουβών |
| Αιτιατική | βρούβα | βρούβες |
| Κλητική | βρούβα | βρούβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →