δαμάζω
•
- εκπαιδεύω άγριο ζώο, ώστε να εξημερωθεί ή να υπακούει σε κάποιες εντολές, τιθασεύω Βικιλεξικό
- μεταφορικάηρεμώ, κάνω κάποιον υπάκουο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηυποτάσσω, ελέγχω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δαμάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δαμάζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *demh₂- (δαμάζω, εξημερώνω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δαμάζω | δαμάζεις | δαμάζει | δαμάζουμε | δαμάζετε | δαμάζουν / δαμάζουνε |
| Παρατατικός | δάμαζα | δάμαζες | δάμαζε | δαμάζαμε | δαμάζατε | δάμαζαν / δαμάζαν / δαμάζανε |
| Αόριστος | δάμασα | δάμασες | δάμασε | δαμάσαμε | δαμάσατε | δάμασαν / δαμάσαν / δαμάσανε |
| Μέλλοντας | θα δαμάζω / θα δαμάσω | θα δαμάζεις / θα δαμάσεις | θα δαμάζει / θα δαμάσει | θα δαμάζουμε / θα δαμάσουμε | θα δαμάζετε / θα δαμάσετε | θα δαμάζουν / θα δαμάζουνε / θα δαμάσουν / θα δαμάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δαμάσει | έχεις δαμάσει | έχει δαμάσει | έχουμε δαμάσει | έχετε δαμάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δαμάσει | είχες δαμάσει | είχε δαμάσει | είχαμε δαμάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δαμάσει / να δαμάζω / να δαμάσω | να έχεις δαμάσει / να δαμάζεις / να δαμάσεις | να έχει δαμάσει / να δαμάζει / να δαμάσει | να έχουμε δαμάσει / να δαμάζουμε / να δαμάσουμε | να έχετε δαμάσει / να δαμάζετε / να δαμάσετε | να δαμάζουν / να δαμάζουνε / να δαμάσουν / να δαμάσουνε |
| Προστακτική | — | δάμαζε / δάμασε | — | — | δαμάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
δαμάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →