διαγωνίζομαι
•
- διεκδικώ υπεροχή (νίκη, βραβείο), περνώ μια δοκιμασία για να πετύχω κάτι, συμμετέχω σε διαγωνισμό Βικιλεξικό
- δίνω εξετάσεις για προβιβασμό ή διορισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαγωνίζομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαγωνίζομαι (αγωνίζομαι εναντίον) < διά + ἀγωνίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαγωνίζομαι | διαγωνίζεσαι | διαγωνίζεται | διαγωνιζόμαστε | διαγωνίζεστε | διαγωνίζονται |
| Παρατατικός | διαγωνιζόμουν / διαγωνιζόμουνα | διαγωνιζόσουν / διαγωνιζόσουνα | διαγωνιζόταν / διαγωνιζότανε | διαγωνιζόμασταν / διαγωνιζόμαστε | διαγωνιζόσασταν / διαγωνιζόσαστε | διαγωνίζονταν / διαγωνιζόντουσαν |
| Αόριστος | διαγωνίστηκα | διαγωνίστηκες | διαγωνίστηκε | διαγωνιστήκαμε | διαγωνιστήκατε | διαγωνίστηκαν / διαγωνιστήκαν / διαγωνιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα διαγωνίζομαι / θα διαγωνιστώ | θα διαγωνίζεσαι / θα διαγωνιστείς | θα διαγωνίζεται / θα διαγωνιστεί | θα διαγωνιζόμαστε / θα διαγωνιστούμε | θα διαγωνίζεστε / θα διαγωνιστείτε | θα διαγωνίζονται / θα διαγωνιστούν / θα διαγωνιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω διαγωνιστεί | έχεις διαγωνιστεί | έχει διαγωνιστεί | έχουμε διαγωνιστεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαγωνιστεί | είχες διαγωνιστεί | είχε διαγωνιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαγωνιστεί / να διαγωνίζομαι / να διαγωνιστώ | να έχεις διαγωνιστεί / να διαγωνίζεσαι / να διαγωνιστείς | να έχει διαγωνιστεί / να διαγωνίζεται / να διαγωνιστεί | να έχουμε διαγωνιστεί / να διαγωνιζόμαστε / να διαγωνιστούμε | να διαγωνίζεστε / να διαγωνιστείτε | να διαγωνίζονται / να διαγωνιστούν / να διαγωνιστούνε |
| Προστακτική | — | διαγωνίσου | — | — | διαγωνίζεστε / διαγωνιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →