Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διατείνομαι

ρήμα
•
  1. λόγιοπαρέχω διαβεβαίωση για κάτι με επιμονή, προβάλλω ως ισχυρισμό Βικιλεξικό
    • Και διατείνονται πως είναι φίλοι, απλώς και μόνο επειδή άσκοπα συμφωνούν πάνω σε κοινές ιδέες. (Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Μεταξύ μας, έτσι έχουν τα πράματα...)

Ετυμολογία

διατείνομαι < αρχαία ελληνική διατείνομαι < διά + τείνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →