διαφημιζόμενος
•
- ουσιαστικοποιημένη μετοχή, κυρίως στην ορολογία των διαφημιστικών εταιριών και των εκδοτικών ή ραδιοτηλεοπτικών μέσων, για τον πελάτη που πληρώνει διαφήμιση για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που παρέχει Βικιλεξικό
- Σκέψου καμία καλύτερη ατάκα γιατί αυτήν θα την απορρίψει σίγουρα ο διαφημιζόμενος -ξέρω πολύ καλά την άποψή του
- Είσαι με τα καλά σου; Θα βάλουμε ρεπορτάζ που θίγει διαφημιζόμενο;!!!
Ετυμολογία
διαφημιζόμενος < μετοχή μεσοπαθητικού ενεστώτα του ρήματος διαφημίζομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφημιζόμενη / διαφημιζόμενος / διαφημιζόμενο | διαφημιζόμενες / διαφημιζόμενοι / διαφημιζόμενα |
| Γενική | διαφημιζόμενης / διαφημιζόμενου / διαφημιζόμενου | διαφημιζόμενων / διαφημιζόμενων / διαφημιζόμενων |
| Αιτιατική | διαφημιζόμενη / διαφημιζόμενο / διαφημιζόμενο | διαφημιζόμενες / διαφημιζόμενους / διαφημιζόμενα |
| Κλητική | διαφημιζόμενη / διαφημιζόμενε / διαφημιζόμενο | διαφημιζόμενες / διαφημιζόμενοι / διαφημιζόμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →