διοργάνωση
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του διοργανώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διοργάνωση < (ελληνιστική κοινή) < διοργανόομαι / διοργανοῦμαι < ὀργανόω / ὀργανῶ < αρχαία ελληνική ὄργανον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *werǵ- (εργάζομαι, δημιουργώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διοργάνωση | διοργανώσεις |
| Γενική | διοργάνωσης | διοργανώσεων |
| Αιτιατική | διοργάνωση | διοργανώσεις |
| Κλητική | διοργάνωση | διοργανώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →