εγώ
/eˈɣo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
- ο εαυτός μου, το είναι μου, η συνείδησή μου Βικιλεξικό
- το εγώ του ανθρώπου έχει μελετηθεί από τη φιλοσοφία και την ψυχολογία
- ο εγωισμός Βικιλεξικό
- έχει ένα εγώ πολύ ανεπτυγμένο
- ψυχολογίατο Εγώ Βικιλεξικό
- το Εγώ λύνει τις συγκρούσεις με το Αυτό και το Υπερεγώ με τη βοήθεια ασυνείδητων αμυντικών ψυχικών μηχανισμών
Ετυμολογία
εγώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἐγώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
εγώ
/eˈɣo/αντωνυμία, αρσενικό
•
- προσωπική αντωνυμίαεκφράζει το πρόσωπο το οποίο μιλά Βικιλεξικό
- Εγώ σου είπα τι πιστεύω. Εσύ κάνε όπως νομίζεις.
Ετυμολογία
εγώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἐγώ
Άλλοι τύποι
αυτάαυτέςαυτήαυτήναυτήςαυτοίαυτούαυτούςαυτόαυτόναυτόςαυτώνεγώεμάςεμέναεμείςεμούεσάςεσέναεσείςεσύμαςμεμουσαςσεσουτεςτιςτοιτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →